Ordliste
Lær adjektiver – Georgisk

usamljen
usamljeni udovac
usamljen
usamljeni udovac
μοναχικός
ο μοναχικός χήρος

jeziv
jeziva pojava
jeziv
jeziva pojava
τρομακτικός
μια τρομακτική φαντασματική εμφάνιση

treći
treće oko
treći
treće oko
τρίτος
το τρίτο μάτι

jak
jak vrtlog vjetra
jak
jak vrtlog vjetra
δυνατός
δυνατοί στρόβιλοι του ανέμου

potreban
potrebna zimska guma
potreban
potrebna zimska guma
απαραίτητος
οι απαραίτητες χειμερινές ελαστικές

slatko
slatki bomboni
slatko
slatki bomboni
γλυκός
το γλυκό κονφεκτί

otvoreno
otvorena kutija
otvoreno
otvorena kutija
ανοιχτός
το ανοιχτό κιβώτιο

zasnježeno
zasnežene grane
zasnježeno
zasnežene grane
χιονισμένος
χιονισμένα δέντρα

čisto
čista voda
čisto
čista voda
καθαρός
καθαρό νερό

pun
puna košarica
pun
puna košarica
γεμάτος
ένα γεμάτο καλάθι αγορών

vruće
vruće ognjište
vruće
vruće ognjište
ζεστός
το ζεστό τζάκι
