शब्दावली
विशेषण सीखें – एस्तोनियन

rozhorčený
rozhorčený policajt
θυμωμένος
ο θυμωμένος αστυνομικός

neskorý
neskorá práca
αργά
η αργή δουλειά

zahrnuté
zahrnuté slamky
συμπεριλαμβανόμενος
τα συμπεριλαμβανόμενα καλαμάκια

slabý
slabá pacientka
αδύναμος
η αδύναμη ασθενής

jasný
jasné voda
καθαρός
καθαρό νερό

strašidelný
strašidelná nálada
τρομακτικός
μια τρομακτική ατμόσφαιρα

vynikajúci
vynikajúci nápad
εξαιρετικός
μια εξαιρετική ιδέα

technický
technický zázrak
τεχνικός
ένα τεχνικό θαύμα

opilý
opilý muž
μεθυσμένος
ο μεθυσμένος άντρας

blízky
blízky vzťah
κοντινός
μια κοντινή σχέση

negatívny
negatívna správa
αρνητικός
το αρνητικό νέο
