ლექსიკა
ისწავლეთ ზმნები – სერბული

ανοίγω
Το παιδί ανοίγει το δώρο του.
anoígo
To paidí anoígei to dóro tou.
aufmachen
Das Kind macht sein Geschenk auf.

ταξιδεύω
Του αρέσει να ταξιδεύει και έχει δει πολλές χώρες.
taxidévo
Tou arései na taxidévei kai échei dei pollés chóres.
verreisen
Er verreist gerne und hat schon viele Länder gesehen.

εξερευνώ
Οι άνθρωποι θέλουν να εξερευνήσουν τον Άρη.
exerevnó
Oi ánthropoi théloun na exerevnísoun ton Ári.
erkunden
Der Mensch will den Mars erkunden.

καίω
Δεν πρέπει να καίς χρήματα.
kaío
Den prépei na kaís chrímata.
anbrennen
Geldscheine sollte man nicht anbrennen.

σκέφτομαι
Πρέπει να σκεφτείς πολύ στο σκάκι.
skéftomai
Prépei na skefteís polý sto skáki.
nachdenken
Beim Schachspiel muss man viel nachdenken.

σκοτώνω
Θα σκοτώσω την μύγα!
skotóno
Tha skotóso tin mýga!
totschlagen
Ich werde die Fliege totschlagen!

καθαρίζω
Ο εργαζόμενος καθαρίζει το παράθυρο.
katharízo
O ergazómenos katharízei to paráthyro.
putzen
Der Arbeiter putzt das Fenster.

ακολουθούν
Τα μικρά πουλιά πάντα ακολουθούν τη μητέρα τους.
akolouthoún
Ta mikrá pouliá pánta akolouthoún ti mitéra tous.
nachfolgen
Die Küken folgen ihrer Mutter immer nach.

λέω
Της λέει ένα μυστικό.
léo
Tis léei éna mystikó.
sagen
Sie sagt ihr ein Geheimnis.

στήνω
Η κόρη μου θέλει να στήσει το διαμέρισμά της.
stíno
I kóri mou thélei na stísei to diamérismá tis.
sich einrichten
Meine Tochter will sich ihre Wohnung einrichten.

σερβίρω
Ο σεφ μας σερβίρει προσωπικά σήμερα.
servíro
O sef mas servírei prosopiká símera.
bedienen
Der Koch bedient uns heute selbst.
