Ordforråd

Lær verb – Danish

cms/verbs-webp/44848458.webp
σταματώ
Πρέπει να σταματήσεις στο κόκκινο φανάρι.
stehenbleiben
Bei Rot muss man an der Ampel stehenbleiben.
cms/verbs-webp/90183030.webp
βοηθώ
Τον βοήθησε να σηκωθεί.
aufhelfen
Er half ihm auf.
cms/verbs-webp/103797145.webp
προσλαμβάνω
Η εταιρεία θέλει να προσλάβει περισσότερους ανθρώπους.
einstellen
Die Firma will mehr Leute einstellen.
cms/verbs-webp/71502903.webp
μετακομίζω
Νέοι γείτονες μετακομίζουν πάνω.
einziehen
Da oben ziehen neue Nachbarn ein.
cms/verbs-webp/71589160.webp
εισάγω
Παρακαλώ εισάγετε τον κωδικό τώρα.
eingeben
Bitte geben Sie jetzt den Code ein.
cms/verbs-webp/96748996.webp
συνεχίζω
Η καραβάνα συνεχίζει το ταξίδι της.
fortsetzen
Die Karawane setzt ihren Weg fort.
cms/verbs-webp/116166076.webp
πληρώνω
Πληρώνει ηλεκτρονικά με πιστωτική κάρτα.
zahlen
Sie zahlt im Internet mit einer Kreditkarte.
cms/verbs-webp/123213401.webp
μισώ
Τα δύο αγόρια μισούν τον έναν τον άλλο.
hassen
Die beiden Jungen hassen sich.
cms/verbs-webp/18316732.webp
περνώ
Το αυτοκίνητο περνάει μέσα από ένα δέντρο.
durchfahren
Das Auto durchfährt einen Baum.
cms/verbs-webp/103163608.webp
μετρώ
Μετράει τα νομίσματα.
zählen
Sie zählt die Münzen.
cms/verbs-webp/55372178.webp
προοδεύω
Οι σαλιγκάρια προοδεύουν πολύ αργά.
weiterkommen
Schnecken kommen nur langsam weiter.
cms/verbs-webp/127620690.webp
φορολογώ
Οι εταιρείες φορολογούνται με διάφορους τρόπους.
besteuern
Unternehmen werden auf verschiedene Weise besteuert.