Ordförråd
Lär dig adjektiv – kirgiziska

genius
a genius disguise
genius
a genius disguise
ιδιοφυής
μια ιδιοφυής μεταμφίεση

fit
a fit woman
fit
a fit woman
εν τάξει
μια γυναίκα εν τάξει

correct
a correct thought
correct
a correct thought
σωστός
ένας σωστός στοχασμός

outraged
an outraged woman
outraged
an outraged woman
ουργιασμένη
μια ουργιασμένη γυναίκα

stormy
the stormy sea
stormy
the stormy sea
θυελλώδης
η θυελλώδης θάλασσα

famous
the famous temple
famous
the famous temple
διάσημος
το διάσημο ναός

bloody
bloody lips
bloody
bloody lips
αιματηρός
αιματηρά χείλη

timid
a timid man
timid
a timid man
φοβισμένος
ένας φοβισμένος άνδρας

violent
the violent earthquake
violent
the violent earthquake
έντονος
το έντονο σεισμός

light
the light feather
light
the light feather
ελαφρύς
το ελαφρύ φτερό

hourly
the hourly changing of the guard
hourly
the hourly changing of the guard
ωριαίος
η ωριαία αλλαγή φρουράς
